ακατάδεχτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακατάδεχτος
- a.kaˈta.ðe.xtos
Where it comes from
ακατάδεχτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκατάδεκτος με τροπή [kt] > [xt] < ἀ- στερητικό + (καταδέχομαι) καταδεκ- + -τος. Δείτε και ακατάδεκτος.
adjective ακατάδεχτος · ακατάδεχτη · ακατάδεχτο · ακατάδεχτου · ακατάδεχτης
- που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης Από τότε που παντρεύτηκε τον υπουργό, έγινε ψηλομύτα κι ακατάδεχτη. Δεν ξαναπάτησε στο σπίτι της ξαδέρφης της, ούτε άλλων συγγενών.
- που δεν δέχεται εύκολα να φιλοξενηθεί ή γενικότερα να εξυπηρετηθεί από άλλους Μα, δοκιμάστε αυτό το γλυκάκι! Μην είστε ακατάδεχτος!
Opposite: καταδεχτικός, καταδεκτικός
Thesaurus
adjective
Opposite: καταδεχτικός, καταδεκτικός
Talk about this word "ακατάδεχτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακατάδεχτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82 "ακατάδεχτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακατάδεχτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%87%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}