ακατάληκτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακατάληκτος

  • a.kaˈta.li.ktos

Where it comes from

ακατάληκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκατάληκτος

adjective ακατάληκτος · ακατάληκτη · ακατάληκτο · ακατάληκτου · ακατάληκτης

  1. γραμματική χωρίς κατάληξη
  2. γραμματική, όπως για αρχαία τριτόκλιτα ουσιαστικά που χρησιμοποιεί μόνο το θέμα και καμιά άλλη κατάληξη ώστε να σχηματίσει την ονομαστική ενικού οι λέξεις «χειμών», «ἠχώ» είναι ουσιαστικά ακατάληκτα, ενώ το «ἥρω-ς» είναι καταληκτικό
  3. μετρική στίχος που έχει τον τελικό πόδα ολόκληρο → χρειάζεται παράδειγμα

Opposite: καταληκτικός

Thesaurus

adjective

Opposite: καταληκτικός

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακατάληκτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακατάληκτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακατάληκτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακατάληκτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}