מיקווין

ακαταγώνιστος

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ακαταγώνιστος

מאיפה זה בא

ακαταγώνιστος < → λείπει η ετυμολογία

שם תואר ακαταγώνιστος · ακαταγώνιστη · ακαταγώνιστο · ακαταγώνιστου · ακαταγώνιστης

  1. που δεν μπορεί κανείς να τον συναγωνιστεί, μοναδικός ※ Λέω τ' όνομά της και την αισθάνομαι να με τυλίγει το όραμά της. Φαίνεται πως δεν πρόκειται να ξελευτερωθώ από τα ακαταγώνιστα φίλτρα της. (Στράτης Μυριβήλης Η Ρόδος [διήγημα])

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ακαταγώνιστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακαταγώνιστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακαταγώνιστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακαταγώνιστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}