ميكوين

ακαταμάχητος

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

ακαταμάχητος

  • a.ka.taˈma.çi.tos

من أين أتت

ακαταμάχητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκαταμάχητος < ἀ- στερητικό + καταμάχομαι < κατα- + μάχομαι

صفة ακαταμάχητος · ακαταμάχητη · ακαταμάχητο · ακαταμάχητου · ακαταμάχητης

  1. ο ακατανίκητος, που είναι αδύνατον να του αντισταθείς, που είναι πολύ ισχυρότερος ακαταμάχητη γοητεία

    مشابه: ακατανίκητος, απροσμάχητος

  2. που δεν μπορείς να διαψεύσεις ή να αμφισβητήσεις κάτι

    مشابه: αδιάψευστος

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"ακαταμάχητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακαταμάχητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακαταμάχητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακαταμάχητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}