ακαταμέτρητος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακαταμέτρητος

Where it comes from

ακαταμέτρητος < ελληνιστική κοινή ἀκαταμέτρητος

adjective ακαταμέτρητος · ακαταμέτρητη · ακαταμέτρητο

  1. που δεν έχει μετρηθεί ακόμα, αλλά μπορεί να μετρηθεί Έχουμε ακόμη αρκετά ακαταμέτρητα ψηφοδέλτια..../ το ακαταμέτρητο ρολόι της ΔΕΗ ...
  2. που πρακτικά δεν μπορεί να μετρηθεί, τεράστιος, άπειρος, αχανής η ακαταμέτρητη δύναμη του Θεού/ τα ακαταμέτρητα αστέρια

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακαταμέτρητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακαταμέτρητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακαταμέτρητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακαταμέτρητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}