ακαταπόνητος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακαταπόνητος
Where it comes from
ακαταπόνητος < α- στερητικό + καταπονώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
adjective ακαταπόνητος · ακαταπόνητη · ακαταπόνητο · ακαταπόνητου · ακαταπόνητης
- για άνθρωπο που δεν καταπονείται όσο όγκο δουλειάς κι αν αντιμετωπίσει
- για δραστηριότητα που χαρακτηρίζει έναν τέτοιο άνθρωπο
Similar: ακούραστος, ακατάβλητος
Thesaurus
adjective
Similar: ακούραστος, ακατάβλητος
Talk about this word "ακαταπόνητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακαταπόνητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "ακαταπόνητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακαταπόνητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}