ακμάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακμάζω

Where it comes from

ακμάζω < αρχαία ελληνική ἀκμάζω

verb ακμάζω · άκμαζα · ακμάσω · άκμασα · ήκμασα

  1. φτάνω στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής μου, βρίσκομαι στην ακμή μου (για πολιτισμούς, χώρες, οικονομίες κλπ) ※ Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θ

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακμάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακμάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"ακμάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακμάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}