ακουμπιστήρι
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
ακουμπιστήρι
מאיפה זה בא
ακουμπιστήρι < → λείπει η ετυμολογία
שם עצם ακουμπιστήρι · ακουμπιστήρια · ακουμπιστηριού · ακουμπιστηριών
- γενική ονομασία για αντικείμενο που το χρησιμοποιούμε για να ακουμπάμε
- άτομο που μας προσφέρει προστασία
לדבר על המילה הזו "ακουμπιστήρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ακουμπιστήρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9 "ακουμπιστήρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {ακουμπιστήρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}