ακουστική
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
ακουστική
מאיפה זה בא
ακουστική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική acoustique < αρχαία ελληνική ἀκουστικόν < ἀκουστικός < ἀκούω
שם עצם ακουστική · ακουστικής
- κλάδος της επιστήμης της φυσικής που μελετά τον ήχο
- η μετάδοση του ήχου σε κάποιο χώρο
שם תואר ακουστική · ακουστικής
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ακουστικός
באנגלית
לדבר על המילה הזו "ακουστική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. ακουστική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "ακουστική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {ακουστική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}