ακριβής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακριβής¹

  • a.kɾiˈvis

Where it comes from

ακριβής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκριβής

adjective ακριβής · ακριβές

  1. που υπολογίζεται με τρόπο απόλυτο και όχι κατά προσέγγιση ακριβείς διαστάσεις, ακριβές μέγεθος, ακριβής τιμή
  2. που προσδιορίζεται με τρόπο απόλυτο, με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια και όχι κατά προσέγγιση ακριβής ώρα, ακριβής διάγνωση
  3. που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή παρερμηνείας ακριβής μετάφραση, ακριβής διατύπωση, ακριβείς πληροφορίες
  4. που διακρίνεται από συνέπεια, ο συνεπής, ο τακτικός Είναι ακριβής στα ραντεβού του.

adjective ακριβής

  1. γενική ενικού, θηλυκού γένους (ακριβή) του ακριβός παλιότερη γραφή: ἀκριβῆς

Ακριβής²

Where it comes from

Ακριβής < ακριβής

proper noun Ακριβής · Ακριβή · Akrivis

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακριβής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακριβής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82

Chicago

"ακριβής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακριβής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}