ακριβής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακριβής¹
- a.kɾiˈvis
Where it comes from
ακριβής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκριβής
adjective ακριβής · ακριβές
- που υπολογίζεται με τρόπο απόλυτο και όχι κατά προσέγγιση ακριβείς διαστάσεις, ακριβές μέγεθος, ακριβής τιμή
- που προσδιορίζεται με τρόπο απόλυτο, με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια και όχι κατά προσέγγιση ακριβής ώρα, ακριβής διάγνωση
- που διατυπώνεται ή ορίζεται με τρόπο σαφή και αποδίδει απόλυτα κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην αφήνει περιθώρια λάθους ή παρερμηνείας ακριβής μετάφραση, ακριβής διατύπωση, ακριβείς πληροφορίες
- που διακρίνεται από συνέπεια, ο συνεπής, ο τακτικός Είναι ακριβής στα ραντεβού του.
adjective ακριβής
- γενική ενικού, θηλυκού γένους (ακριβή) του ακριβός παλιότερη γραφή: ἀκριβῆς
Ακριβής²
Where it comes from
Ακριβής < ακριβής
proper noun Ακριβής · Ακριβή · Akrivis
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ακριβής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακριβής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82 "ακριβής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακριβής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}