ακροατήριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακροατήριο

  • a.kɾo.aˈti.ɾi.o

Where it comes from

ακροατήριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκροατήριον < ἀκροά(ομαι) + -τήριον (> -τήριο)

noun ακροατήριο · ακροατήρια · ακροατηρίου · ακροατήριου · ακροατηρίων

  1. το κοινό που παρακολουθεί κάποιο δρώμενο ※ Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης ※ Δικαστήριο και ακροατήριο γελούν για το μέγεθος του ψεύδους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
  3. η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης

In English

  • audience group of people seeing a performance
  • auditorium space where the audience is located

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακροατήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακροατήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"ακροατήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακροατήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}