ακρόαση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακρόαση

  • aˈkɾo.a.si

Where it comes from

ακρόαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρόα(σις) + -ση

: για επίσημη ακρόαση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική audience

: για τον ιατρικό όρο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική auscultation

noun ακρόαση · ακροάσεις · ακρόασης · ακροάσεων

  1. η προσεκτική παρακολούθηση ομιλίας, μουσικού έργου ή άλλης πηγής ήχου
  2. η υποδοχή κάποιου ώστε να κάνει επίσημο αίτημα (συνήθως σε αρχή)
  3. η παρουσίαση γεγονότων, επιχειρημάτων, μαρτυρίας κλπ. μπροστά σε δικαστικές αρχές
  4. ιατρική διάγνωση από την παρατήρηση των ήχων που παράγονται στο σώμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακρόαση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακρόαση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"ακρόαση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακρόαση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}