ακρόπολη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακρόπολη¹

  • aˈkɾo.po.li

Where it comes from

ακρόπολη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκρόπολις + -η. Συγχρονικά αναλύεται σε ακρό- + -πολη

noun ακρόπολη · ακροπόλεις · ακρόπολης · ακροπόλεων

  1. αρχαιολογία ύψωμα που παρείχε προστασία και γι' αυτό το λόγο γινόταν ο τόπος εγκατάστασης ενός οικισμού κατά τους προϊστορικούς χρόνους
  2. το υψηλότερο μέρος μιας αρχαίας ή βυζαντινής πόλης. Εκεί έβρισκαν οι πολίτες της ένα ύστατο καταφύγιο σε περίπτωση πολέμου

    Similar: κάστρο

  3. figuratively, μεταφορικά ο τόπος που συνδέθηκε καθοριστικά με την ανάπτυξη και την πορεία ενός λαού ή κινήματος κλπ το Σούλι και η Μάνη υπήρξαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας δυο ακροπόλεις του ελληνισμού

    Similar: προπύργιο

Ακρόπολη²

proper noun Ακρόπολη

  1. ο «ιερός βράχος» της Αθήνας

In English

  • Acropolis Athenian Acropolis
  • citadel a strong fortress that sits high above a city
  • acropolis promontory of Ancient Greek cities

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακρόπολη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακρόπολη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7

Chicago

"ακρόπολη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακρόπολη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}