ακρότατος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακρότατος¹

Where it comes from

ακρότατος < υπερθετικός βαθμός του άκρος + -ότατος < αρχαία ελληνική ἀκρότατος

adjective ακρότατος · ακρότατη · ακρότατο · ακρότατου · ακρότατης

  1. ο ακριανός, που βρίσκεται άκρη άκρη φώτα όγκου σύμφωνα με το Ν. 3542/2007 είναι αυτά που τοποθετούνται στα ακρότατα σημεία του πλάτους του ρυμουλκούμενο οχήματος προκειμένου να γίνεται εμφανής η ευκρίνεια του όγκου του
  2. ο έσχατος, ο εξώτατος

Ακρότατος²

Where it comes from

Ακρότατος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ακρότατος

  1. ανδρικό όνομα

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακρότατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακρότατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακρότατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακρότατος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}