ακτινοβολία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακτινοβολία

  • a.kti.no.voˈli.a

Where it comes from

ακτινοβολία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκτινοβολία

: (όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική radiation

noun ακτινοβολία · ακτινοβολίες · ακτινοβολίας · ακτινοβολιών

  1. φυσική εκπομπή ενέργειας υπό μορφή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων ή σωματιδίων ※ Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογικ
  2. η γοητεία η αριστερά έμοιαζε να είχε χάσει την ακτινοβολία της, αλλά με το μνημόνιο...

Similar: ακτινοβόλημα, ακτινοβόληση

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακτινοβολία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακτινοβολία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ακτινοβολία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακτινοβολία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}