मिकविन

ακτινοβολώ

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ακτινοβολώ

  • a.kti.no.voˈlo

यह कहाँ से आया

ακτινοβολώ < ελληνιστική κοινή ἀκτινοβολῶ, συνηρημένου τύπου του ἀκτινοβολέω. Συγχρονικά αναλύεται σε ακτινο- + -βολώ.

क्रिया ακτινοβολώ · -είς · ακτινοβολούσα · ακτινοβόλησα · ακτινοβολούμαι · ακτινοβολήθηκα

  1. λάμπω και φωτίζω ως αντικείμενο, εκπέμπω ακτίνες φωτός ακτινοβολεί ο ήλιος
  2. λάμπω εσωτερικά (από χαρά, θετικά συναισθήματα) ή εξωτερικά, εκπέμπω κάτι θετικό το κορίτσι ακτινοβολούσε όταν αγόραζε το νυφικό του
  3. έχω αίγλη
  4. εκπέμπω κάτι σε μορφή ακτίνων που δεν είναι ορατό ακτινοβολεί ραδιενέργεια, θερμότητα,

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ακτινοβολώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακτινοβολώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E

Chicago

"ακτινοβολώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακτινοβολώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}