ακτοπλοΐα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακτοπλοΐα
Where it comes from
ακτοπλοΐα < ακτή + -πλοΐα
noun ακτοπλοΐα · ακτοπλοΐες · ακτοπλοΐας · ακτοπλοϊών
- : η ναυσιπλοΐα σε περιορισμένη απόσταση από τις ακτές
- γενικά η ναυτική τέχνη θαλασσοπλοΐας με τη βοήθεια χαρακτηριστικών σημείων ξηράς
- η δια πλοίων εξυπηρέτηση εσωτερικής εμπορικής και επιβατικής συγκοινωνίας κατά μήκος ακτών και νήσων
- αποκλειστικό δικαίωμα κάθε ναυτικής χώρας η εσωτερική θαλάσσια, ποτάμια ή λιμναία συγκοινωνία να επιχειρείται με μέσα της ίδιας της χώρας (καμποτάζ).
In English
- cabotage the legal right
Talk about this word "ακτοπλοΐα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%90%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ακτοπλοΐα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%90%CE%B1 "ακτοπλοΐα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%90%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακτοπλοΐα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%BF%CE%90%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}