ακυβέρνητος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακυβέρνητος
- a.ciˈveɾ.ni.tos
Where it comes from
ακυβέρνητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκυβέρνητος Συγχρονικά αναλυέται σε α- στερητικό + (κυβερνώ) κυβερνη- + -τος
adjective ακυβέρνητος · ακυβέρνητη · ακυβέρνητο · ακυβέρνητου · ακυβέρνητης
- χωρίς κυβερνήτη ή κυβέρνηση ακυβέρνητη χώρα
- ο ανεξέλεγκτος, που δεν ελέγχεται, δεν κυβερνιέται Η γνωστή τριλογία μυθιστορημάτων του Στρατή Τσίρκα είναι «Ακυβέρνητες πολιτείες».
- που δεν κυβερνείται, δεν πηδαλιουχείται
- που βρίσκεται σε όχημα ή σκάφος που δεν κυβερνιέται
Talk about this word "ακυβέρνητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακυβέρνητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "ακυβέρνητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακυβέρνητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}