ακυρώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακυρώνω
- a.ciˈɾo.no
Where it comes from
ακυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀκυρόω / ἀκυρ(ῶ) + -ώνω < ἄκυρος → δείτε τη λέξη κῦρος
verb ακυρώνω · ακύρωσα · ακυρώνομαι · ακυρώθηκα · ακυρωμένος
- κάνω κάτι άκυρο, ώστε να μην ισχύει πια Το δικαστήριο ακύρωσε το συμβόλαιο λόγω απάτης.
- αποφασίζω να μην πραγματοποιηθεί κάτι που προγραμματίστηκε για το μέλλον Ακύρωσε την επίσκεψη στη γειτονική χώρα ο υπουργός εξωτερικών.
- περνάω (εισιτήριο) από ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορέσω να το ξαναχρησιμοποιήσω άλλη φορά, δηλαδή το εξαργυρώνω
In English
Talk about this word "ακυρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ακυρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89 "ακυρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακυρώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}