ακόλαστος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακόλαστος

  • aˈko.la.stos

Where it comes from

ακόλαστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκόλαστος < ἀ- στερητικό + κολάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

:* για τον οικείο και θρησκευτικό όρο < α- στερητικό + (κολάζω) κολασ- + -τος

adjective ακόλαστος · ακόλαστη · ακόλαστο · ακόλαστου · ακόλαστης

  1. που ζει μια ζωή γεμάτη ακολασίες, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικού φραγμού και παράδοση στις ηδονές, ιδιαίτερα τις γενετήσιες
  2. που μένει ατιμώρητος
  3. familiar, οικείο, θρησκεία που δεν αμάρτησε, σκανδαλίστηκε

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακόλαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακόλαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακόλαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακόλαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}