ακόρεστος

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

ακόρεστος

  • aˈko.ɾe.stos

Nó đến từ đâu

ακόρεστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκόρεστος

: (χημική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική insaturé

tính từ ακόρεστος · ακόρεστη · ακόρεστο · ακόρεστου · ακόρεστης

  1. αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
  2. χημεία ακόρεστη ένωση: είναι η ένωση της οποίας οι άνθρακες συνδέονται με διπλούς ή και τριπλούς ομοιοπολικούς δεσμούς

Trái nghĩa: κορεσμένος

Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

tính từ

Trái nghĩa: κορεσμένος

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"ακόρεστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακόρεστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακόρεστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακόρεστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}