αλάβαστρο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλάβαστρο
- aˈla.va.stɾo
Where it comes from
αλάβαστρο < ελληνιστική κοινή ἀλάβαστρον < αρχαία ελληνική ἀλάβαστρος, ἀλάβαστος ( > αλάβαστρος)
noun αλάβαστρο · αλάβαστρα · αλάβαστρου · αλάβαστρων
- λίθος, παραλλαγή γύψου, κυρίως χρώματος χιονόλευκου ή ρόδινου με τον οποίο κατασκευάζονται κομψοτεχνήματα
- είδος αρχαίου αγγείου με ψηλό σώμα και μικρό στόμιο ※ Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.
In English
- alabaster variety of gypsum
- alabastron type of vase
Talk about this word "αλάβαστρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. αλάβαστρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF "αλάβαστρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλάβαστρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}