αλαβάρδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αλαβάρδα

  • a.laˈvaɾ.ða

Where it comes from

αλαβάρδα (ήδη, μεσαιωνική ελληνική ἀλαβαρδιέρης > ἀλάβαρδος (θηλυκό)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)), ή ἀλαβάρδα): (λόγιο δάνειο) ιταλική alabarda < μέση άνω γερμανική halmbarte < halm (λαβή) < πρωτογερμανική *helmô (λαβή) + barte (μικρό τσεκούρι) < πρωτογερμανική *bardaz (κυριολεκτικά: γένι)

noun αλαβάρδα · αλαβάρδες · αλαβάρδας · αλαβαρδών

  1. μεσαιωνικός, οπλισμός είδος μεσαιωνικής λόγχης με αιχμηρή άκρη που είχε διάφορες μορφές (συχνά, παρόμοια με του τσεκουριού) Η χαρακτηριστική αλαβάρδα έφερε τρία τμήματα: αιχμή, κόψη και αρπάγη (ένα γάντζο). Χάρη στα διακοσμητικά της στοιχεία τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα χέρια των ελβετών φρουρών στο Βατικανό.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλαβάρδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλαβάρδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%B1

Chicago

"αλαβάρδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλαβάρδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}