αλατισμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλατισμένος
Where it comes from
αλατισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αλατίζω
verb αλατισμένος · αλατισμένη · αλατισμένο · αλατισμένου · αλατισμένης
- που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να γίνει νόστιμος η σαλάτα δεν είναι αλατισμένη· ρίξε λίγο αλάτι τώρα, γιατί δεν τρώγεται
-
που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να διατηρηθεί
※ τρέχουν, ανεβοκατεβαίνουν, ο ένας να πιάση κρασί, κοκκινέλι, ο άλλος να τηγανίση το αλατισμένο χοιρινό, ο τρίτος να φέρη χωριάτικο ψωμί (Μέλπω Αξιώτη, στο Άννα Ματθαίου, Πόπη Πολέμη, Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955: μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Ἐκδ. Θεμέ
Similar: παστός, παστωμένος
Thesaurus
In English
- salted to which salt has been added
Talk about this word "αλατισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αλατισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "αλατισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλατισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}