αλβανός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Αλβανός¹

  • al.vaˈnos

Where it comes from

Αλβανός < μεσαιωνική ελληνική Ἀλβανός. Μορφολογικά αναλύεται σε Αλβαν(ία) + -ός

proper noun Αλβανός · Αλβανοί · Αλβανού · Αλβανών · Αλβανό · Αλβανούς

  1. εθνικό όνομα o κάτοικος της Αλβανίας, ο αλβανικής εθνικότητας, ή που έχει την αλβανική ιθαγένεια

proper noun Αλβανός · Αλβανοί · Αλβανού · Αλβανών · Αλβανό · Αλβανούς

  1. ανδρικό επώνυμο ※ Ο Ραϋμόνδος Αλβανός γεννήθηκε στην Αθήνα […] και από το 2002 διδάσκει, ως επιστημονικός συνεργάτης, στο τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας […] του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας

αλβανός²

  • al.vaˈnos

noun αλβανός · αλβανοί · αλβανού · αλβανών · αλβανό · αλβανούς

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Αλβανός
  2. slang, αργκό το χαμηλής ποιότητας χασίσι που προέρχεται από την Αλβανία ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλβανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλβανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"αλβανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλβανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}