αλειτούργητος

Ελληνικά

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

αλειτούργητος

De unde vine

αλειτούργητος < μεσαιωνική ελληνική αλειτούργητος < α- + λειτουργώ + -τος

adjectiv αλειτούργητος · αλειτούργητη · αλειτούργητο · αλειτούργητου · αλειτούργητης

  1. που δεν έχει πάει στη Θεία Λειτουργία
  2. για ναό που δεν τελείται Θεία Λειτουργία Ὁ ναΐσκος ὠρθοῦτο ἀκόμη, ἀλλ' ἤτον ἔρημος καὶ ἀλειτούργητος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Η)
  3. που δεν έχει ευλογηθεί
  4. αθεόφοβος

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"αλειτούργητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλειτούργητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αλειτούργητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλειτούργητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}