αλειφατικός
Ελληνικά · 類義語・対義語
AI わかりやすく
短い説明を書いています…
下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。
αλειφατικός
由来
αλειφατικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική aliphatic < αρχαία ελληνική ἄλειφαρ < ἀλείφω
形容詞 αλειφατικός · αλειφατική · αλειφατικό · αλειφατικού · αλειφατικής
- που αφορά οργανική ένωση, τα άτομα της οποίας συνδέονται μεταξύ τους έτσι ώστε να σχηματίζουν ανοιχτή αλυσίδα και όχι κλειστό δακτύλιο ※ Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», eb
反対語: αλεικυκλικός
類義語・対義語
形容詞
反対語: αλεικυκλικός
英語で
- aliphatic organic chemistry: having carbon atoms arranged in an open chain
この単語について話す "αλειφατικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αλειφατικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αλειφατικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.引用する
@misc{micwyn_2026,
title = {αλειφατικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}