αλεύρι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλεύρι
- aˈle.vɾi
Where it comes from
αλεύρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλεύρι(ν) < ἀλεύριον υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ἄλευρον.
noun αλεύρι · αλεύρια · αλευριού · αλευριών
- το προϊόν που λαμβάνεται από την άλεση των σπόρων - καρπών σχεδόν όλων των αγρωστωδών, ιδίως των δημητριακών και κυρίως του σίτου, καθώς και από σπόρους άλλων φυτών (π.χ. κάστανα, κουκιά, ρεβίθια, φασόλια κ.λπ.), που χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, στην παρασκευή του ψωμιού όπως και στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική
In English
- flour ground cereal grains or other foodstuff
Talk about this word "αλεύρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αλεύρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B9 "αλεύρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλεύρι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}