αλητάμπουρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αλητάμπουρας

Where it comes from

αλητάμπουρας < αλήτ(ης) > αλητ(ο)- + πιθανόν αλβανική burrë (άντρας) + -ουρας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

noun αλητάμπουρας · αλητάμπουρες · αλητάμπουρα · αλητάμπουρων

  1. vulgar, λαϊκό αλήτης ※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλητάμπουρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλητάμπουρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"αλητάμπουρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλητάμπουρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}