ميكوين

αλκαλοειδές

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αλκαλοειδές

من أين أتت

αλκαλοειδές < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική alcaloïde < alcali (< μεσαιωνική λατινική alcali < αραβική اَلْقِلْي) + αρχαία ελληνική -ειδής

اسم αλκαλοειδές · αλκαλοειδή · αλκαλοειδούς · αλκαλοειδών

  1. χημεία βασική οργανική ουσία φυτικής προέλευσης της οποίας το μόριο περιέχει τουλάχιστον ένα άτομο αζώτου

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αλκαλοειδές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλκαλοειδές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82

Chicago

"αλκαλοειδές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλκαλοειδές},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}