αλληλεγγύη
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
αλληλεγγύη
- a.li.leŋˈɟi.i
Από πού έρχεται
αλληλεγγύη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλληλεγγύη < ἀλληλ- + ἐγγύη
ουσιαστικό αλληλεγγύη · αλληλεγγύες · αλληλεγγύης · αλληλεγγυών
- η αλληλοβοήθεια και το αίσθημα ενότητας μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα και στόχους.
- η συμπαράσταση σε δοκιμαζόμενους συνανθρώπους
Στα αγγλικά
- solidarity unifying bond between individuals with common goal or enemy
Συζήτησε αυτή τη λέξη "αλληλεγγύη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CF%8D%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αλληλεγγύη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CF%8D%CE%B7 "αλληλεγγύη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CF%8D%CE%B7.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {αλληλεγγύη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CF%8D%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}