αλλόφρων
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αλλόφρων
Where it comes from
αλλόφρων < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλλόφρων < (ἄλλος) ἀλλό- + -φρων
adjective αλλόφρων · αλλόφρονας · αλλόφρον · αλλόφρονος · αλλόφρονα
- που έχει χάσει την ψυχραιμία του και τον έλεγχο των πράξεών του, εκτός εαυτού, σε κατάσταση παραφοράς ※ Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια α
- που έχει διαφορετικό φρόνημα - πεποιθήσεις
Similar: έξαλλος
Thesaurus
adjective
Similar: έξαλλος
Talk about this word "αλλόφρων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. αλλόφρων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD "αλλόφρων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αλλόφρων},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%81%CF%89%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}