αλλόφωνο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αλλόφωνο

  • aˈlo.fo.no

Where it comes from

αλλόφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allophone στη σημασία για τη γλωσσολογία) < allo- (αρχαία ελληνική ἀλλο- + φωνή. Μορφολογικά αναλύεται σε αλλό- + -φωνο ουδέτερο του αλλόφωνος. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀλλόφωνος (ξενόγλωσσος).

noun αλλόφωνο · αλλόφωνα · αλλόφωνου · αλλοφώνου · αλλόφωνων · αλλοφώνων

  1. γλωσσολογία, φωνολογία φθόγγος που είναι παραλλαγή ή ποικιλία του ίδιου φωνήματος· το ποια παραλλαγή θα εμφανιστεί, εξαρτάται από το ηχητικό περιβάλλον και τους φωνολογικούς κανόνες κάθε γλώσσας παραδειγμα: Στα νέα ελληνικά, οι φθόγγοι [k] και [c] είναι αλλόφωνα του φωνήματος /k/. Tο [k] εμφανίζεται πριν από σύμφωνα και πριν από /a/, /o/, /u/ ενώ το [c] πριν από /e/, /i/.

In English

  • allophone alternative pronunciation for a phoneme

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλλόφωνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλλόφωνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF

Chicago

"αλλόφωνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλλόφωνο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}