αλμπάνης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αλμπάνης¹

  • alˈba.nis

Where it comes from

αλμπάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική nalbant (πεταλωτής) < περσική نعلبند (nalband) < αραβική نعل (πέταλο, naʕl) + περσική بند (band, κατασκευαστής)

noun αλμπάνης · αλμπάνηδες · αλμπάνη · αλμπάνηδων

  1. dated, offensive, παρωχημένο, μειωτικό ο άπειρος και αδέξιος, αυτός που δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς ως επαγγελματία ※ Ἕναν γιατρό ξέρανε ὅλοι, τόν γιατρό τῆς γειτονιᾶς. Αὐτόν ὅμως κανένας δέν τόν ἤθελε, γιατί αὐτόν ἀκριβῶς εἶχαν φωνάξει προηγουμένως καί τήν ἔβγαλε νεκρή τή γυναίκα. Καί μέ τήν εὐκαιρία ἔψαλαν τόν ἀναβαλλόμενο τοῦ γιατροῦ· πώς ἤτανε ἕνας ἀλμπάνης, πού δέν ἤξερε τί τοῦ γινόταν, καί πώς ἄν ἤτανε καλό

    Similar: ατζαμής, καλαμπόρτζος, κομπογιαννίτης, σκιτζής, τσαρλατάνος

  2. dated, vulgar, επάγγελμα, παρωχημένο, λαϊκότροπο πεταλωτής (και πρακτικός κτηνίατρος) ※ ― ᾽Απαπά! ἔμπηξε ἕνα ἀπελπισμένο κλάμα ὁ ᾿Αρίστος ὁ ἀλμπάνης, πού ἦταν πλάι στό Λύσαντρο.

Αλμπάνης²

  • alˈba.nis

Where it comes from

Αλμπάνης < αλμπάνης

proper noun Αλμπάνης · Αλμπάνηδες · Αλμπάνη · Αλμπάνηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • quack fraudulent or incompetent doctor of medicine

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλμπάνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλμπάνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82

Chicago

"αλμπάνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλμπάνης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}