ميكوين

αλογάριαστος

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αλογάριαστος¹

من أين أتت

αλογάριαστος < α- + λογαριάζω + -τος

صفة αλογάριαστος · αλογάριαστη · αλογάριαστο · αλογάριαστου · αλογάριαστης

  1. που δεν έχει λογαριαστεί ή δεν μπορεί να λογαριαστεί, να υπολογιστεί

مشابه: αμέτρητος, ανυπολόγιστος · عكسها: λογαριασμένος, υπολογισμένος

Αλογάριαστος²

من أين أتت

Αλογάριαστος < αλογάριαστος

اسم علم Αλογάριαστος · Αλογαριάστου · Alogariastos

  1. ανδρικό επώνυμο

المرادفات والأضداد

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αλογάριαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλογάριαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αλογάριαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλογάριαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}