αλώνι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αλώνι

Where it comes from

αλώνι < μεσαιωνική ελληνική αλώνι(ν) < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό του ἅλως

noun αλώνι · αλώνια · αλωνιού · αλωνιών

  1. στρογγυλός επίπεδος χώρος για το αλώνισμα δημητριακών ※ Ο ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Παντρειά της Σταλαχτής, Ο Νουμάς, αρ. 167, 9 Οχτώβρη 1905, σσ. 2-12)
  2. broadly, κατ’ επέκταση χώρος αποξήρανσης (π.χ. σταφίδας)
  3. broadly, κατ’ επέκταση οποιοδήποτε αντικείμενο ή επιφάνεια κυκλικού σχήματος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλώνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλώνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9

Chicago

"αλώνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλώνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}