αλώνισμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αλώνισμα

Where it comes from

αλώνισμα < αλωνίζω + -μα

noun αλώνισμα · αλωνίσματα · αλωνίσματος · αλωνισμάτων

  1. η ενέργεια του αλωνίζω, ο διαχωρισμός των κόκκων των δημητριακών από τα στάχυα και από το περίβλημά του σε αλώνι ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλων

Similar: αλωνισμός

Thesaurus

noun

Similar: αλωνισμός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αλώνισμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αλώνισμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αλώνισμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αλώνισμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}