αμάρτυρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμάρτυρος

  • aˈmaɾ.ti.ɾos

Where it comes from

αμάρτυρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμάρτυρος (χωρίς μάρτυρες ή μαρτυρία) < ἀ- + μάρτυς, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική unbezeugt ή την αγγλική unattested

adjective αμάρτυρος · αμάρτυρη · αμάρτυρο · αμάρτυρου · αμάρτυρης

  1. που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται
  2. γλωσσολογία, στην κλασική, φιλολογία τύπος ή λέξη που δε μαρτυρείται, δε σώζεται σε αρχαίο κείμενο, αλλά τη γνωρίζουμε από άλλη της μορφή, (κλιτικό τύπο ή σύνθετη λέξη) ή από σχόλια γραμματικών και λεξικογράφων παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη
  3. γλωσσολογία, ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία τύποι (ρίζες, λέξεις) υποθετικών γλωσσών, στους οποίους φθάνουμε με τους αυστηρούς κανόνες της ανασύνθεσης (ή επανασύνθεσης) παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο στο αγγλικό Βικιλεξικό)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμάρτυρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμάρτυρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμάρτυρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμάρτυρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}