αμέθυστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμέθυστος

Where it comes from

αμέθυστος (επίθετο) < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + μεθύω

# αμέθυστος (ουσιαστικό) < (ελληνιστική κοινή) (λίθος)

adjective αμέθυστος · αμέθυστη · αμέθυστο · αμέθυστου · αμέθυστης

  1. που δεν έχει μεθύσει

Similar: ξεμέθυστος, νηφάλιος · Opposite: μεθυσμένος

noun αμέθυστος · αμέθυστη · αμέθυστο · αμέθυστου · αμέθυστης

  1. είδος ημιπολύτιμου λίθου. Πρόκειται για ημιδιαφανή μοβ χαλαζία
  2. διακοσμ. ιώδες χρώμα βιολετί ή μοβ παραπλήσιο της λεβάντας που χρησιμοποιείται στη διακόσμηση.

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμέθυστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%B8%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμέθυστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%B8%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμέθυστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%B8%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμέθυστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%B8%CF%85%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}