αμέλγω
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
αμέλγω
Από πού έρχεται
αμέλγω < αρχαία ελληνική ἀμέλγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂melǵ-
ρήμα αμέλγω
- αρμέγω
Συζήτησε αυτή τη λέξη "αμέλγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αμέλγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CF%89 "αμέλγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CF%89.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {αμέλγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}