αμέλεια

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμέλεια

Where it comes from

αμέλεια < αρχαία ελληνική ἀμέλεια < ἀμελής

noun αμέλεια · αμέλειες · αμέλειας · αμελειών

  1. η έλλειψη ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης
  2. νομικός όρος η απροσεξία ως αιτία μιας αξιόποινης πράξης ※ Ο Δράκων, καθιέρωσε την ίση ποινική μεταχείριση όλων, χωρίς ταξικές ή άλλου είδους διακρίσεις. Ανάγεται δε σε αυτόν η σημαντική διάκριση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και από αμέλεια. Ο φόνος πλέον διακρίνεται σε εκούσιο και ακούσιο, εκ προνοίας και μη εκ προνοίας, διάκριση που αναφέρεται στην ψυ

In English

  • negligence law: failure to exercise a standard of care (law)
  • neglect act of neglecting

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμέλεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμέλεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1

Chicago

"αμέλεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμέλεια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}