αμαρτωλός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αμαρτωλός¹
Where it comes from
αμαρτωλός < αρχαία ελληνική ἁμαρτωλός
adjective αμαρτωλός · αμαρτωλή · αμαρτωλό · αμαρτωλού · αμαρτωλής
- που έχει διαπράξει αμαρτίες, έχει παραβεί τους κανόνες της θρησκείας ένας αμαρτωλός άνθρωπος
- που έχει παραβιάσει ηθικούς και ποινικούς νόμους
- που αποτελεί αμαρτία ή περιέχει αμαρτίες μια αμαρτωλή πράξη
noun αμαρτωλός · αμαρτωλή · αμαρτωλό · αμαρτωλού · αμαρτωλής
- o αμαρτωλός
Αμαρτωλός²
Where it comes from
Αμαρτωλός < αμαρτωλός
proper noun Αμαρτωλός · Αμαρτωλοί · Αμαρτωλού · Αμαρτωλών · Αμαρτωλό · Αμαρτωλούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- sinner person who has sinned
Talk about this word "αμαρτωλός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αμαρτωλός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CF%8C%CF%82 "αμαρτωλός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αμαρτωλός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}