αμερικανός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Αμερικανός¹

  • a.me.ɾi.kaˈnos

Sounds like Αμερικάνος

Where it comes from

Αμερικανός < (μαρτυρείται από το 1888), (άμεσο δάνειο) αγγλική American + -ός . Με θηλυκό σε -ίς > -ίδα.

: Ή, Αμερικ(ή) + -ανός. Συγκρίνετε με το Αμερικάνος.

proper noun Αμερικανός · Αμερικανοί · Αμερικανού · Αμερικανών · Αμερικανό · Αμερικανούς

  1. εθνικό όνομα αυτός που κατάγεται από τις ΗΠΑ ή έχει την αντίστοιχη υπηκοότητα Τα μέλη της ομάδας ήταν, ένας Αμερικανός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας.

αμερικανός²

  • a.me.ɾi.kaˈnos

Sounds like αμερικάνος

noun αμερικανός · αμερικανοί · αμερικανού · αμερικανών · αμερικανό · αμερικανούς

  1. adjective, σε επιθετική λειτουργία ο Αμερικανός Ξ θητεία των αμερικανών προέδρων διαρκεί τέσσερα χρόνια.

In English

  • American person born in, or a citizen of, the U.S. — see also U.S. American, Yankee

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμερικανός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμερικανός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"αμερικανός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμερικανός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}