αμερόληπτος

Ελληνικά · Synonyme und Gegenwörter

AI Einfach erklärt

Eine kurze Erklärung wird geschrieben…

Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.

αμερόληπτος

Woher es kommt

αμερόληπτος < α- στερητικό+ μεροληπτώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Adjektiv αμερόληπτος · αμερόληπτη · αμερόληπτο · αμερόληπτου · αμερόληπτης

  1. που δεν μεροληπτεί όταν πρόκειται να πάρει κάποια απόφαση που αφορά σε δύο αντιπάλους, διαδίκους κλπ ※ Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιη

Ähnlich: απροκατάληπτος, αντικειμενικός, αφιλοπρόσωπος, αδέκαστος, δίκαιος

Synonyme und Gegenwörter

Auf Englisch

  • unbiased impartial or without bias or prejudice
  • impartial treating all parties, rivals or disputants equally

Über dieses Wort sprechen

Zitieren
MLA

"αμερόληπτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμερόληπτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμερόληπτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμερόληπτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}