αμμόμετρο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμμόμετρο

Where it comes from

αμμόμετρο < → λείπει η ετυμολογία

noun αμμόμετρο · αμμόμετρα · αμμόμετρου · αμμομέτρου · αμμόμετρων · αμμομέτρων

  1. όργανο μέτρησης του χρόνου, σαν την κλεψύδρα, που λειτουργεί με άμμο ※ Γύρω μου στροβιλίζονταν εκατοντάδες χιλιάδες γράμματα της λέξης «αύριο», πολλά από τα οποία, ακολουθώντας την ημερολογιακή ροή του χρόνου, στοιβάζονταν ζαλισμένα στο κάτω μέρος, το ένα πάνω στο άλλο, όπως στοιβάζονται οι κόκκοι στα αμμόμετρα περιμένοντας να διαβούν στην άλλη διάσταση. (Δημήτρης Αλ

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμμόμετρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμμόμετρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF

Chicago

"αμμόμετρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμμόμετρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}