αμνηστία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμνηστία

Where it comes from

αμνηστία < ελληνιστική κοινή ἀμνηστία (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀμνηστία < ἄμνηστος (= λησμονημένος)

noun αμνηστία · αμνηστίες · αμνηστίας · αμνηστιών

  1. επίσημη απόφαση από κρατική αρχή που απαλλάσσει κάποιον από τις νομικές συνέπειες ορισμένων παράνομων του πράξεων ή πολιτικών εγκλημάτων, ειδικά πριν γίνει μια δίκη, και συνήθως για σύνολο ανθρώπων, χάρη ※ Βάσει του νόμου για την παροχή αμνηστίας, που ψήφισε στις 18 Δεκεμβρίου η ρωσική Δούμα, αποφυλακίστηκαν χθες δύο μέλη του ρωσικού πανκ συγκροτήματος «Pussy Riot». (εφ. Ελευθεροτυπία, 24.12.2013.)

In English

  • amnesty act of the sovereign power
  • pardon forgiveness for an offence

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμνηστία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμνηστία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αμνηστία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμνηστία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}