αμοραλισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμοραλισμός

  • a.mo.ɾa.liˈzmos

Where it comes from

αμοραλισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική amoralisme

noun αμοραλισμός · αμοραλισμοί · αμοραλισμού · αμοραλισμών · αμοραλισμό · αμοραλισμούς

  1. φιλοσοφία η θεώρηση κατά την οποία υποστηρίζεται ότι δεν υφίστανται ηθικές αξίες με καθολική, ενιαία, παγκόσμια αναγνωρισμένη ισχύ, ότι οι ηθικοί κανόνες αναιρούνται ή και απορρίπτονται βάσει κριτικής και ότι οι ηθικές αντιλήψεις τροποποιούνται κατά τόπο και χρόνο
  2. figuratively, συνεκδοχικά η απουσία ηθικών αρχών, η έκλυση των ηθών

Similar: αηθικισμός, ανηθικότητα · Opposite: μοραλισμός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμοραλισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμοραλισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αμοραλισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμοραλισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}