αμυγδαλή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμυγδαλή¹

Where it comes from

αμυγδαλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμυγδαλῆ, συνηρημένος τύπος του ἀμυγδαλέα (η αμυγδαλιά), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική amygdale < λατινική amygdala (αμυγδαλιά) < αρχαία ελληνική ἀμυγδάλη (από το σχήμα των αμυγδαλών στον φάρυγγα, όμοιου με αμύγδαλα)

noun αμυγδαλή · αμυγδαλές · αμυγδαλής · αμυγδαλών

  1. ανατομία, συνήθως στον πληθυντικό: αμυγδαλές αδένας που μοιάζει με αμύγδαλο και βρίσκεται στον φάρυγγα ※ Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχο
  2. ανατομία, στον εγκέφαλο ένα από τα τμήματα του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου, που μοιάζει με αμύγδαλο και σχετίζεται με τη μνήμη καθώς και με τα συναισθήματα (κυρίως φόβου, τρόμου, άγχους κ.ά.)

Αμυγδαλή²

Where it comes from

Αμυγδαλή < αμυγδαλή < αρχαία ελληνική ἀμυγδαλῆ

proper noun Αμυγδαλή · Αμυγδαλές · Αμυγδαλής · Αμυγδαλών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμυγδαλή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμυγδαλή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%AE

Chicago

"αμυγδαλή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμυγδαλή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%85%CE%B3%CE%B4%CE%B1%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}