αμφίπλευρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αμφίπλευρος
Where it comes from
αμφίπλευρος < (ελληνιστική κοινή) < ἀμφί + πλευρά, μορφολογικά αναλύεται αμφί- + -πλευρος
adjective αμφίπλευρος · αμφίπλευρη · αμφίπλευρο · αμφίπλευρου · αμφίπλευρης
- που έχει ή εμφανίζει δύο πλευρές, δύο όψεις ※ Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζο
In English
- two-sided having two sides
Talk about this word "αμφίπλευρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αμφίπλευρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82 "αμφίπλευρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αμφίπλευρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%80%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}