αμφίστομος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αμφίστομος

  • aɱˈfi.sto.mos

Where it comes from

αμφίστομος

:* Σημασία «δίκοπος» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀμφίστομος < ελληνιστική κοινή ἀμφίστομος (δίκοπος).

:* Σημασία «με δύο στόμια» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική ἀμφίστομος (με διπλό στόμα, με διπλό άνοιγμα)

adjective αμφίστομος · αμφίστομη · αμφίστομο · αμφίστομου · αμφίστομης

  1. που έχει δύο κόψεις, που κόβει από δύο πλευρές ※ ο στρατιώτης επιτέθηκε εναντίον του και του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα με το αμφίστομο μαχαίρι που έφερε στη ζώνη του. (Πάνος Σόμπολος, Βεντέτες: Εγκλήματα βεντέτας στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2024)

    Similar: δίκοπος, δίστομος

  2. που έχει δύο στόμια, δύο ανοίγματα ※ Στη συνέχεια η Υπουργός μετέβη στο χώρο του υδραγωγείου και διέσχισε το μήκους 1.036 μέτρων αμφίστομο όρυγμα. (@archaiologia.gr, 2017.03.03)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αμφίστομος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αμφίστομος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"αμφίστομος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αμφίστομος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BC%CF%86%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}